προΰπαρξη

προΰπαρξη
[-ις (-εως)] η
1) предшествование во времени (кому-чему-л.); существование до, раньше (кого-чего-л.); 2) давнее существование, существование издавна (кого-чего-л.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "προΰπαρξη" в других словарях:

  • προυπάρξῃ — προυπάρχω take the initiative in aor subj mid 2nd sg προυπάρξῃ , προυπάρχω take the initiative in aor subj act 3rd sg προυπάρξῃ , προυπάρχω take the initiative in fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προΰπαρξη — η / προΰπαρξις, άρξεως, ΝΑ [προϋπάρχω] 1. το να υπάρχει κάτι ή κάποιος εκ τών προτέρων 2. προϋπόσταση …   Dictionary of Greek

  • καισαροπαπισμός — Πολιτικό σύστημα, στο οποίο ο πολιτικός αρχηγός έχει υπό τον έλεγχό του ή τείνει να συγκεντρώσει και τη θρησκευτική εξουσία. Η υποταγή της θρησκευτικής εξουσίας στην πολιτική ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στα ειδωλολατρικά κράτη γενικά· κλασικό όμως …   Dictionary of Greek

  • προϋπαρκτίται — οἱ, Μ αυτοί που πιστεύουν στην προΰπαρξη τής ψυχής και τού πνεύματος σε σχέση με την ύλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < προΰπαρξις (για το θ. προϋπαρκτ , πρβλ. υπαρκτ ικός < υπάρχω) + κατάλ. ίτης*] …   Dictionary of Greek

  • προϋπαρχόντως — Α επίρρ. κατά προΰπαρξη, αναλόγως τής προϋπαρξεως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προϋπάρχων, οντος, μτχ. τού προϋπάρχω + επιρρμ. κατάλ. ως] …   Dictionary of Greek

  • άμορφη τέχνη — Ο όρος αναφέρεται στο ρεύμα που αρνείται τις θεωρητικές θέσεις της αφηρημένης τέχνης και γενικότερα την υποταγή του καλλιτεχνικού έργου σε οποιονδήποτε μορφολογικό προγραμματισμό. Σε θεωρητικό επίπεδο, υιοθετείται η απουσία κάθε περιορισμού, με… …   Dictionary of Greek

  • Κικέρων — (Marcus Tullius Cicero, Αρπίνο 106 π.Χ. – 43 π.Χ.). Ρωμαίος ρήτορας, συγγραφέας και πολιτικός. Καταγόταν από οικογένεια πληβείων, η οποία είχε προαχθεί στην τάξη των ιππέων. Το όνομα Cicero προέρχεται πιθανότατα από κάποιο προγονικό παρατσούκλι… …   Dictionary of Greek

  • Νεμέσιος — (4ος 5ος αι.). Χριστιανός φιλόσοφος, επίσκοπος στην Έμεσα της Συρίας. Έγραψε Περί φύσεως ανθρώπου, έργο διαπνεόμενο από νεοπλατωνικές αντιλήψεις, ιδίως στην περί ψυχής θεωρία του (ο Ν. παραδέχεται την προϋπαρξη των ψυχών), αλλά σαφώς… …   Dictionary of Greek

  • παιδικό θέατρο — Όλες οι μορφές του θεάματος (θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση, τσίρκο κ.ά.) συνδέονται στενά με το παιδί, διότι συγκαταλέγονται στη ζωτικότερη κατηγορία για τα παιδιά, το παιχνίδι. Αν αρχίσουμε από το αρχαιότερο θέαμα του κόσμου, το θέατρο,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»